Είναι από τα νέα που λίγο-πολύ περιμένεις ότι κάποια στιγμή θα ακούσεις, αλλά όταν τελικά έρχονται σε χτυπούν σαν κεραυνός εν αιθρία. Στις 28 Δεκεμβρίου, η Γαλλίδα ηθοποιός Μπριζίτ Μπαρντό έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, όπως ανακοίνωσε πρώτο το ίδρυμα που φέρει το όνομά της (σ.σ. Fondation Brigitte Bardot). Η μούσα του γαλλικού κινηματογράφου δεν είναι πια εδώ. Η απόλυτη σταρ, με το χαρακτηριστικό μαύρο eyeliner, την ατημέλητη ξανθιά χαίτη και το μοιραίο βλέμμα, που έγινε σήμα κατατεθέν της Γαλλίας, παγκόσμιο σύμβολο του σεξ και καθήλωσε το κοινό των δεκαετιών του 1950 και του 1960, έφυγε πλήρης ημερών, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τον φακό που τόσο τη λάτρεψε.
Κλείσιμο όλων των ανοιχτών εκκρεμοτήτων
Στην τελευταία πράξη του έργου (προσοχή, spoilers!), η δράση των γυρισμάτων της Οδύσσειας μεταφέρεται από τη Ρώμη στο ιταλικό νησί Κάπρι. Ο Πωλ πείθει την Καμίλ να τον συνοδέψει στην εντυπωσιακή Κάζα Μαλαπάρτε, μια απομονωμένη κατοικία, χτισμένη πάνω σε ένα απότομο ακρωτήρι, όπου μαζί με τον Λανγκ θα φιλοξενηθούν από τον Πρόκος. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κερδίσει πίσω τη σύζυγό του, ο Πωλ θα ορθώσει αντανακλαστικούς μηχανισμούς άμυνας στην παρεμβατική λογική του αλαζόνα παραγωγού, ο οποίος πιέζει για τη μεταφορά του Οδυσσέα σε ένα σύγχρονο συμπεριφορικό πλαίσιο, που όμως αλλοιώνει την ουσία του χαρακτήρα του. Σύντομα θα υπαναχωρήσει ξανά, ενδίδοντας σε μια αυτοαναφορική ερμηνεία του μύθου, που αντιμετωπίζει τον Οδυσσέα ως προβολή του εαυτού του. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η οποία –σημειωτέον– έρχεται σε ρήξη με το όραμα του Λανγκ, ο πολυμήχανος Ίθακας χρησιμοποιεί τον Τρωικό πόλεμο και την περιπλάνηση της Οδύσσειας ως απόδραση από μια ασφυκτική πραγματικότητα. Ακολουθώντας, μάλιστα, μια δημοσιοσχετίστικη λογική, παρακινεί την Πηνελόπη να δέχεται τα δώρα των μνηστήρων, τους οποίους υποτιμά ως αντιζήλους. Αποτέλεσμα όλων αυτών, είναι να καταβαραθρωθεί στα μάτια της συζύγου του.
Ανάμεσα στα αγωνιώδη ανεβοκατεβάσματα των χαρακτήρων στην επιβλητική σκάλα που καλύπτει το μοντέρνο αρχιτεκτονικό στολίδι του ιταλικού νησιού, ο Πωλ θα επιβεβαιώσει αμετάκλητα τις υποψίες της Καμίλ για τη δουλικότητά του και θα τη χάσει για πάντα. Με φόντο την ειδυλλιακή θέα του βραχώδους παραθαλάσσιου τοπίου, τη βλέπει να πέφτει στην αγκαλιά του Πρόκος. Εκείνη θα φύγει «καβάλα» στο ακριβό σπορ αμάξι, μαζί με τον Αμερικανό εραστή της. Ο Πωλ θα μείνει μόνος, στα κρύα του λουτρού. Λίγο αργότερα, αμφότεροι οι Πρόκος και Καμίλ θα χάσουν τη ζωή τους σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, σε μια σκηνή που μοιάζει να απεικονίζει το μακέλεμα της τέχνης στα χέρια μιας διαβρωτικής και κοντόφθαλμης φάμπρικας, που είναι προορισμένη να αυτοκαταστραφεί. Έχοντας λάβει το μάθημά του, ο Πωλ αποχωρεί από το Κάπρι αποφασισμένος να επιστρέψει στις θεατρικές καταβολές του, ενώ ο Λανγκ μένει εκεί για να συνεχίσει τα γυρίσματα της ταινίας, πιστός στο όραμά του.
Όταν ο Γκοντάρ μάς μύησε στον κινηματογράφο που μισεί
Έχοντας επίγνωση της επαναστατικής φύσης ενός καλλιτέχνη όπως ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, δεν προξενεί ουδεμία εντύπωση η πληθώρα αναφορών που τον θέλει να μίσησε σχεδόν την κάθε στιγμή των γυρισμάτων της «Περιφρόνησης», από το πρώτο μέχρι το τελευταίο χτύπημα της κλακέτας. Ήταν η απόπειρά του να ηγηθεί μιας υψηλού προφίλ, λαμπερής παραγωγής· ένα διαφορετικό σινεμά από αυτό που είχε εφεύρει, ένα εμπορικό προϊόν που έβαζε –και εξακολουθεί να βάζει– τον δημιουργό σε καλούπια. Καμία από τις προγενέστερες ή τις μεταγενέστερες δουλειές του δεν θα τής έμοιαζε.
Βέβαια, το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι, παρότι οι μεγαλοπαραγωγοί της ταινίας επέβαλαν τα «θέλω» τους και οι μεγάλοι κράχτες (βλ. Μπαρντό) εγγυήθηκαν την απήχηση σε ένα ευρύτερο κοινό, ο Γκοντάρ βρήκε τρόπο να μπλοφάρει τους πάντες, εκφράζοντας με αφοπλιστική καλλιτεχνική στόφα και δεινότητα στον κινηματογραφικό καμβά τα αρνητικά συναισθήματα που πήγαζαν από εκείνο το κεφάλαιο της ζωής του. Το πορτρέτο που φιλοτέχνησε είχε δύο αναγνώσεις, αλλά το αποτέλεσμα σε καθεμιά από αυτές ήταν το ίδιο: Μια ερωτική σχέση και μια δημιουργική τέχνη οδηγούνται σε αποσύνθεση· απόρροια της απώλειας της ανθρώπινης πίστης στην πραγματική τους δύναμη.
Στέκοντας ούτως ή άλλως στα ίσια με κορυφαία έργα της συγκεκριμένης φάσης της γκονταρικής φιλμογραφίας, όπως «Ο Τρελός Πιερό», το προαναφερθέν «Με Κομμένη Την Ανάσα» και το «Ζούσε τη Ζωή της», «Η Περιφρόνηση» κατέχει ξεχωριστή θέση στις καρδιές των σινεφίλ. Ίσως αυτό να οφείλεται στην ιδιάζουσα περίπτωσή της, που τη διαφοροποιεί από το ομοιογενές «νουβέλ βαγκ» σύνολο, προσθέτοντάς της πόντους μοναδικότητας. Ίσως, πάλι, επειδή η ακαταμάχητη Μπριζίτ Μπαρντό ήταν ο «Δούρειος Ίππος», προσελκύοντας ένα υπολογίσιμο κομμάτι του ευρύτερου κοινού στην γκονταρική «παγίδα». Ό,τι και να ισχύει πραγματικά, αξίζει να υποκλιθούμε σε αυτό το πολλαπλά αυτοαναφορικό εικαστικό αριστούργημα, το οποίο παραμένει προφητικά επίκαιρο, σε μια εποχή κατά την οποία η καλλιτεχνική δημιουργία παραμένει «όμηρος» της εμπορικότητας.
Πηγή: ypaithros.gr | Συντάκτης: Γαργαλάκος Νίκος
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Τα άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκην με την άποψη του energy942.gr (φωτογραφίες από διαδίκτυο).


























